ΝΕΑ-ΑΠΟΨΕΙΣ

Γιατί δεν μας γουστάρουνε εμάς τους Περιστεριώτες;

Βαρυσήμαντη εσωτερική συζήτηση περί τοπικισμού του antifawestside
με μπύρες και γαριδάκια, Περιστέρι

Ιούνιος του 2020. Η καραντίνα είχε χαλαρώσει κι εμείς βρισκόμασταν σε γνωστή πλατεία του Περιστερίου έπειτα από μοίρασμα εντύπου δρόμου. Τα γαριδάκια είχαν αρχίσει να μπαγιατεύουν, οι μπύρες είχαν αρχίσει να αδειάζουν, και ο καλλιτέχνης μας είχε βγάλει μωβ μαρκαδόρο και έφτιαχνε το logo του πυρήνα όπου κι όπως την πάρει, δηλαδή πάνω στα μάρμαρα κι ανάποδα. Και τότε η συζήτηση πήρε σοβαρή τροπή:

Μήτσος: Ρε μαλάκες γιατί δεν μας γουστάρουνε εμάς τους Περιστεριώτες;
Νίκος: Ποιος ρε δεν μας γουστάρει;
Μήτσος: Πλάκα κάνεις ρε; Όποιος δεν είναι Περιστεριώτης!
Πόπη: Εννοείται δεν μας γουστάρουνε ρε! Μη μου πεις ότι δεν έχεις συμμετέχει στη συζήτηση που σε ρωτάνε «από πού είσαι», εσύ λες «από Περιστέρι» και ο άλλος λέει «Α… Από Περιστέρι», ξέρεις, ψιλοξενερωμένος.
Γιάννης: Εννοείται ότι άμα είναι από Καλλιθέα, Αιγάλεω κι έτσι, υπάρχει κόντρα. Εγώ είχα πάει σε τεχνική σχολή στην Καλλιθέα και το «Α, από Περιστέρι» το είχανε ψωμοτύρι. Δηλαδή το επόμενο ήτανε να λες «από Περιστέρι» και να σου λένε «νταξει, δεν πειράζει ρε».
Νίκος: Τώρα που λες Καλλιθέα, εγώ μια φορά, πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια είχα πάει με τον Ατρόμητο εκτός έδρας γήπεδο Καλλιθέα και αυτοί οι τύποι έχουνε βάλει τις κερκίδες των φιλοξενουμένων κάτω από ένα νταμάρι. Μαζεύονται λοιπόν τα καλόπαιδα από την Καλλιθέα στο νταμάρι, και μας πετάνε όλοι μαζί πέτρες από ψηλά. Γι’ αυτό είχανε βάλει τους φιλοξενούμενους κάτω από το νταμάρι! Και μετά το ματς μας κυνηγάγανε ρε. Από τότε, μόνο εντός έδρας!
Πόπη: ‘Ντάξει αυτό είναι και κάπως σαν «μεταξύ κατεργαραίων…». Που να δείτε άλλοι! Εγώ τις προάλλες πήγα για τραπέζι σε έναν μακρινό ξάδελφο. Αυτός έμενε… ξέρω ‘γω στο Καλαμάκι, περιοχή που δεν ήξερα καν ότι υπήρχε. Λοιπόν, πάμε εκεί, η περιοχή είναι μπακλαβαδιασμένη, με φαρδείς δρόμους, τριόρωφα ιδιόκτητα, πλατειούλες, ξέρετε τώρα. Τρώμε με το καλό, ο ξάδερφος μου λέει πόσο με αγαπάει ενώ έχει να με δει πέντε χρόνια, και όπως φεύγουμε, η γυναίκα του ξάδερφου μού λέει ότι πρέπει οπωσδήποτε να το ξανακάνουμε και να έρθουν αυτοί σπίτι μου να φάνε. Οπότε με την ευκαιρία με ρωτάει το περίφημο «που μένεις». Λέω «Περιστέρι». Και η τύπισσα απαντάει: «Ίου!»: – Ίου ρε η δικιά σου! Τώρα λέμε πενηνταπέντε χρονών η τύπισσα ρε, και δεν κρατήθηκε! Έστω να το ‘λεγε από μέσα της! Εννοείται ότι θα κάνουμε άλλα πέντε χρόνια να ξαναειδωθούμε – άμα πεθάνει κανείς, και πάλι παίζεται!
Νίκος: Καλά, εγώ όταν είχα περάσει στη σχολή, ανακάλυψα ότι ήταν γεμάτη Κηφισιώτες. Αυτοί ξηγιούνταν το «Α, από Περιστέρι» συνέχεια! Για να καταλάβετε, οι Περιστεριώτες στη σχολή ήμασταν τρεις, και ο ένας δεν έλεγε ποτέ ότι είναι από Περιστέρι. Όταν τον ρωτάγανε, έλεγε «είμαι από Μπουρνάζι».
Μήτσος: Α τον ξεφτίλα!
Νίκος: Ναι, προδότης και δωσίλογος με τα όλα του! Βέβαια ήτανε και ΠΑΣΟΚ ο μαλάκας, οπότε όλα εξηγούνται!
Πόπη: Πάντως μεγάλος καρκίνος αυτό το Μπουρνάζι. Από τότε που πλασαρίστηκε για διασκεδασούπολη, γέμισε ο τόπος κηφισιώτες.
Μήτσος: Ναι ρε, και γυρνάγανε στο Περιστέρι, τέσσερις φλώροι μέσα σε ένα αμάξι, σε πετυχαίνανε, ας πούμε στην πλατεία Δημαρχείου, και σε ρωτάγανε «Συγνώμη, μήπως ξέρετε που είναι το Μπουρνάζι;». Μας είχανε πρήξει!
Νίκος: Ναι ρε, το θυμάμαι κι εγώ! Οπότε, λες και ήταν όλοι οι Περιστεριώτες συνεννοημένοι, μόλις βλέπανε φλώρο με αυτοκίνητο να ρωτάει «που είναι το Μπουρνάζι», αμέσως λέγανε «βεβαίως» και τον στέλνανε Κολωνό και Αιγάλεω!
Μήτσος: Ναι ρε κι εγώ είχα στείλει κάτι τέτοιους Αιγάλεω!
Γιάννης: Κι εγώ Κολωνό!
Πόπη: Κι εγώ Πετρούπολη! Και τους λέω «λοιπόν, έχετε κάνει λάθος και θα κάνετε πολύυυ δρόμο, αλλά μην απογοητευτείτε!»
(Σιωπή)
Νίκος: Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί δεν μας γουστάρουνε εμάς τους Περιστεριώτες…
Μήτσος: Έλα ντε!
(γέλια – προσπαθούν να φάνε γαριδάκια όλοι ταυτόχρονα, αλλά τα γαριδάκια έχουν τελειώσει…)



Πάμε για σπρέι

(το antifa west side περιηγείται στο μαγευτικό Περιστέρι).

– Ρε μαλάκες είπαμε να πάμε για σπρέι και μαλακιζόμαστε τρία τέταρτα με την κάμερα και τις μπύρες
– Κάτσε ρε γρουσούζη, το εμπουντρεγιάζ, ντεκαπάζ, πώς το λέγανε οι καταστασιακοί, θέλει λίγη ώρα προθέρμανση – για να πάρεις έμπνευση.
– Καλά, κάτσε να σας δω πώς θα τα πάτε στο ντεκαπάζ, τώρα που έχετε γεμίσει το κορμί σας μπύρα.
– Βασικά πού θα πάμε;
– Εδώ παρακάτω είναι η βιομηχανική ζώνη Περιστερίου. Τη λένε τσαλαβούτα, προφανώς γιατί είναι δίπλα στον Κηφισό και παλιά πλημμύριζε…

– Ρε μαλάκα, ασημί σπρέι έφερες; Αυτό δε φαίνεται!
– Καλά μωρέ πώς κάνεις έτσι; Πέρνα το από πάνω με το μαύρο να κάνει και εφέ.
– Ναι ρε, να κάτσουμε άλλα τρία λεπτάκια, τι έγινε; Ζούμε την περιπέτεια σαν τον Ντεμπόρ τον αλκοολικό!
– Αφού δεν περνάει ψυχή ρε, εδώ είναι βιομηχανική ζώνη.
– Καλά, όταν θα σκάσει κάνας ρουφιάνος φύλακας εργοστασίου με σκύλο, πέτα το ασημί σπρέι να δεις άμα θα τρέξει το λυκόσκυλο να το πιάσει.

– Να ρε μαλάκα, πού είναι ο σκύλος;
– Απέναντι έχει και βενζινάδικο. Την άλλη μέρα που πέρασα για να βγάλω τις φωτογραφίες, συζητάγανε οι ιδιοκτήτες του βενζινάδικου τι διάολο να σημαίνει το «Γρίπη ξεγρίπη ένα τρία ένα δύο».
– Επιτυχία!
– Τι επιτυχία; Αφού δεν καταλάβανε!
– Ναι, οι ιδιοκτήτες βενζινάδικου δεν καταλαβαίνουν – Επιτυχία!

– Εδώ έσκασε ο σεκιουριτάς με κολίδια για να φοβηθούμε.
– Ναι κι εσύ έκατσες και τον κοίταζες σα μαλάκας…
– Ε, λέω εργαζόμενος είναι, θα δείξει κατανόηση.
– Και έδειξε;
– Όχι. Του λέω «κάτσε αδερφέ ένα σύνθημα γράφουμε». Αυτός δε λέει τίποτα, βγάζει κινητό και φεύγει με κολίδια να βρει τους μπάτσους να ρουφιανέψει.
– Οπότε τι καθόσουνα σα μαλάκας;
– Αφού δεν ήταν εργαζόμενος, ήτανε ρουφιάνος, και του αρέσανε τα κολίδια, τα είχε δει στο σινεμά – τι θες τώρα;
– Καλά, πάντως το κάδρο σκίζει.
– Ε ναι, είδα την ευπαθή ομάδα από μακριά και περίμενα να περάσει…

– Αυτό πότε το κάναμε;
– Δεν το κάναμε. Ήταν από πριν, τριακόσια μέτρα παρακάτω από εκεί που έσκασε μύτη ο σεκιουριτάς. Ήθελα να αποδείξω ότι και να μην καταλαβαίνουν οι βενζινάδες, υπάρχουν άλλοι που όλο και κάτι θα καταλάβουν. Σε κάθε περίπτωση, μην υποτιμάς τους ανθρώπους. Εδώ ο άλλος περίμενε να καταλάβουν τι σκατά είναι το στώσιμο του οικοπέδου…

– Να, κοίτα εδώ. Αυτό το γράψαμε το Μάιο, αμέσως μετά την καραντίνα, και έχει μείνει ακόμα.
– Καλά ρε, έχει μείνει αυτό το πράμα απέναντι από την παιδική χαρά έξι μήνες;
– Ναι ρε, αφού λέω να πάμε να το σβήσουμε εμείς.
– Εν τω μεταξύ όμως, κοίτα κάτω από το «οι μπάτσοι γαμιούνται» – μια καρδούλα με σπρέι!
– Και χαμογελαστά προσωπάκια!
– Είδες; Σε κάποιον φάνηκε αστείο!
– Μάλλον βγαίνουν τα παιδάκια από την παιδική χαρά και ψάχνονται με τα σπρέι γιατί βαρέθηκαν την τραμπάλα…

– Εντάξει μαλάκα, ρισπέκτ. Ετούτο εδώ είναι και κοινωνικά υπεύθυνο…
– Και γαμώ τα κοινωνικά υπεύθυνα! Γιατί, άμα κρατήσεις αποστάσεις από τους ρουφιάνους, τόσοι που έχουν γίνει οι ρουφιάνοι, στο τέλος δεν θα μιλάς σε άνθρωπο. Οπότε θα ικανοποιηθούν και οι αριστεροί.
– …από τους οποίους πρέπει να κρατάμε τις αποστάσεις.
– Α μπράβο!

– Καλά ρε, «χλέπα» πήγατε και γράψατε;
– Όχι ρε μαλάκα, αυτό είναι από άλλονα, που προφανώς τεστάρει τη θεωρία των σπασμένων τζαμιών. Εμείς ήρθαμε δεύτεροι από κάτω. Και επαληθεύουμε και τη θεωρία των σπασμένων τζαμιών.
– Που είναι;
– Ότι άμα γράψει ένας και δεν το καθαρίσει ο δήμαρχος, θα έρθει να γράψει κι άλλος και θα γίνει το γλυπτό ώπα!
– Καλά, επιστήμονες κανονικοί! Οπότε, εδώ τελειώσαμε;
– Όχι, έχω κι ένα ακόμα για να μη νιώθεις μόνος στη μάχη για να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας.

– Τι ‘ν τούτο πάλι ρε;
– Τι; Να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας, ζητώντας από το κράτος να μας κλείσει μέσα. Τι δεν καταλαβαίνεις; Κάτσε να στο δείξω κι από μακριά να δεις το πραγματικό προπαγανδιστικό ίμπακτ.

– Α, άλφα τρία ασπρόμαυρο φωτοτυπία, ε;
– Ε ναι, άμα χώσεις πολλά μαζί, βγάζουν μάτι.
– Κοίτα, άμα διαθέτεις ισχυρή και ορθή γνώμη για το τι να γίνει με ολόκληρη την κοινωνική ζωή, θα ήταν εγκληματικό να αφήσεις την αδυναμία σου να τυπώσεις μια αφίσα να μετατραπεί σε εμπόδιο.
– Κάτσε, και πώς θα το κάνουν το λοκντάουν για να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους; Θα βάλουν τον φωτοτυπά να πηγαίνει πόρτα πόρτα;
– Όχι ρε μαλάκα, το λοκντάουν θα το κάνουν οι μπάτσοι.
– Οπότε επιστροφή στα βασικά.

– Το πιασες!